
Πανδημία: η «κανονικοποίηση» του θανάτου και η αφωνία της Αριστεράς
του Πάνου Κοσμά
Όταν, μέχρι και τα τέλη Σεπτεμβρίου, οι νεκροί από την πανδημία δεν ξεπερνούσαν τον αριθμό των 30 καθημερινά και οι διασωληνωμένοι τον αριθμό των 300, όλες τις πολιτικές δυνάμεις, συμπεριλαμβανόμενων όλων των δυνάμεων της Αριστεράς, διακατείχε το σύνδρομο της σιωπής. Κάποια στιγμή στις αρχές Οκτωβρίου (στις 4 Οκτωβρίου για την ακρίβεια), ο Ευάγγελος Βενιζέλος διαμαρτυρήθηκε πραγματοποιώντας δημόσια επανεμφάνιση: «Δεν είναι δυνατόν να είμαστε εμείς αυτή τη στιγμή με 17 νεκρούς ανά εκατομμύριο κατοίκων και η Πορτογαλία με 2 […] έχουμε εξοικειωθεί με το να πεθαίνουν σχεδόν 300 άνθρωποι την εβδομάδα ». Το απόγευμα της ίδιας μέρας, ο Αλέξης Τσίπρας αποφάσισε να μην υστερήσει, καταθέτοντας ερώτηση προς τον πρωθυπουργό με πανομοιότυπο περιεχόμενο: «από τον Αύγουστο και μετά, η Ελλάδα βρίσκεται διαρκώς στις χειρότερες θέσεις στην Ευρώπη σε θύματα ανά εκατομμύριο κατοίκους». Η μόνη συγκεκριμένη αιχμή που εμπεριείχε η ερώτησή του προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη ήταν «γιατί δεν προχωράει το εμβολιαστικό πρόγραμμα» – θεωρούσε προφανώς ότι ο ίδιος είχε κάμει το καθήκον του ως προς το εμβολιαστικό πρόγραμμα σηκώνοντας από τις αρχές καλοκαιριού τη σημαία του «Όχι στην υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού» για τους εργαζόμενους στον τομέα υγείας… Κατά τα άλλα, η εκκωφαντική σιωπή από όλο το εύρος των δυνάμεων της Αριστεράς συνεχίστηκε όχι μόνο τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο αλλά και τον Οκτώβριο και σήμερα!


Σε όλους αυτούς που κλαίνε και οδύρονται επειδή «εξαγριωμένοι Βραζιλιάνοι» πολίτες προσπαθούσαν σχεδόν κάθε μέρα να σβήσουν την «ολυμπιακή φλόγα», έχουμε να πούμε δυο πράγματα. Πρώτον, ότι τα ίδια και χειρότερα είχαν συμβεί στην πρώτη λαμπαδηδρομία του 1936 όταν –διορατικοί, όπως αποδείχτηκε- Τσέχοι πολίτες πετροβολούσαν τους γερμανόφωνους λαμπαδηδρόμους που διέσχιζαν τη χώρα τους, καθώς ήταν φανερό ότι η διαδρομή που ακολουθούσαν διέγραφε τα όρια του μεγάλου Τρίτου Ράιχ που θα γινόταν εφιαλτική πραγματικότητα τέσσερα χρόνια αργότερα. Και κατόπιν, ότι περιμένουμε εδώ και δεκαετίες με αδημονία τη στιγμή που αυτή η φλόγα θα σβήσει οριστικά και αμετάκλητα! Γιατί; Μα, απλούστατα επειδή «η ολυμπιακή φλόγα» είναι «μια θαυμάσια ιδέα του Δρος Γκέμπελς», όπως σωστά διαπίστωνε ο τίτλος του ολοσέλιδου άρθρου της «ημετέρας» Εστίας τον Αύγουστο του 1936…
Σας ευχαριστώ που με προσκαλέσατε να πάρω το λόγο σε αυτή τη συνάντηση. Είναι για μένα μια θαυμάσια ευκαιρία για να συζητήσω αυτά τα ζητήματα με τους συντρόφους της Αφρικής, την ήπειρο στην οποία γεννήθηκα και μεγάλωσα ως γέννημα-θρέμμα της Σενεγάλης.



Στις 24 Σεπτεμβρίου, θα απεργήσουμε για να ζητήσουμε διαθεματική κλιματική δικαιοσύνη! Έλα μαζί μας!
Στα «παλιά καλά χρόνια» κάθε σοβαρή συζήτηση για την πολιτική της Αριστεράς στη συγκυρία, συνολικά ή για τα σημαντικά ζητήματα που τη συνθέτουν, ξεκινούσε από το ερώτημα: πού βαδίζουμε; Πού οδηγούνται τα πράγματα και πώς τείνει να διαμορφωθεί η συγκυρία; Ύστερα ήρθε η κρίση του μαρξισμού ως μαζικής ιδεολογίας αλλά και ως «κανονιστικού πλαισίου» στο πλαίσιο του οποίου νοεί και παράγει γραμμή για τη συγκυρία η Αριστερά, και όλα άλλαξαν, μέσα από μια μακρόχρονη διαδικασία αποδόμησης και παρακμής αυτού που κάποτε αποκαλούνταν διαλεκτική σκέψη ή και πολιτική διαλεκτική. Για να φτάσουμε στα νεότερα χρόνια και στην παρούσα συγκυρία, όπου κριτήριο πολιτικής είναι πλέον ένας παβλοφικού χαρακτήρα, ανακλαστικός και ρηχός αντικυβερνητισμός – που εν τέλει, χωρίς να το θέλει, αλλά και χωρίς να το υποψιάζεται, επί της ουσίας, συχνά, δεν είναι καν αντικυβερνητισμός. 



Η 
Τον Αϊνστάιν(1) τον έχουν ακουστά οι πάντες, αλλά το όνομα του Λεβ Λαντάου(2) το γνωρίζουν μόνο κάποιοι ειδήμονες των θετικών επιστημών. Ωστόσο, και οι δυο τους έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά: Κατέχουν περίοπτες θέσεις στον μικρό κατάλογο με τις πιο ξεχωριστές μεγαλοφυίες του περασμένου αιώνα. Διακρίθηκαν για την ελευθερία της σκέψης τους και τον αντικομφορμισμό της ζωής τους. Και κυρίως, μοιράζονται πολιτικές τοποθετήσεις από αυτές που, όχι άδικα, θεωρούνται “εξτρεμιστικές”, επαναστατικές και ανατρεπτικές της (κάθε) καθεστηκυίας τάξης! Και για τις οποίες, “φυσικά”, κανείς δεν σας μίλησε ποτέ…