Featured

Μήπως η ΕΚΤ συμπεριφέρθηκε σαν να ήταν ένα «ταμείο όρνεο» ;

Του Romaric Godin / ηλεκτρονική εφημερίδα «La Tribune»

2015-09-04 01 Godin RomaricΗ Ελλάδα κάνει κάθε προσπάθεια για να μπορέσει να πληρώσει στις 20 Αυγούστου 2015 τα ληξιπρόθεσμο μέρος του χρέους της προς το Ευρω-σύστημα. Ένα χρέος που έπαιξε μεγάλο ρόλο στις πρόσφατες εξελίξεις, του οποίου όμως η νομιμότητα προκαλεί πολλά ερωτηματικά.

Η διπλή ξίφος του Δαμοκλή των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων προς την ΕΚΤ στις 20 Ιουλίου και 20 Αυγούστου έπαιξε ένα καθοριστικό ρόλο στην κατάληξη της ελληνικής κρίσης. Ακόμα αυτήν την στιγμή η λήξη της 20 Αυγούστου αποτελεί ένα μέσω πίεση προς την ελληνική κυβέρνηση που εξανάγκασε το κοινοβούλιο σε μία ολονύκτια συνεδρίαση για να είναι εφικτή μία χρηματοδότηση πριν αυτή την καταληκτική ημερομηνία.

Αυτές οι δύο ληξιπρόθεσμες οφειλές των 3,2 και 3,4 δις ευρώ αποτελούσαν ένα αξεπέραστο πρόβλημα για τα δημοσιονομικά της Ελλάδας. Ενώ μία αθέτηση πληρωμής προς το ΔΝΤ είναι ένα φαινόμενο γνωστό και τεκμηριωμένο (ακόμα και αν η αθέτηση πληρωμής από την Ελλάδα στις 30 Ιουνίου ήταν πρωτόγνωρη λόγω του ύψους της), μία αθέτηση πληρωμής προς την ΕΚΤ είναι κάτι το άγνωστο που θα ήταν μία πρωτόγνωρη πρόκληση για την ευρωζώνη. Και χωρίς αμφιβολία η ΕΚΤ και οι ευρωπαίοι ηγέτες χάρηκαν πολύ που μπόρεσαν να αποφύγουν ένα τέτοιο ατύχημα.

 Η ΕΚΤ,  κυριότερος δανειστής μεσοπρόθεσμα

Αλλά ποιο ήταν το κόστος; Αυτό ενός τρίτου μνημονίου και μίας νέας περιόδου ύφεσης για την Ελλάδα. Και αυτό γιατί από τα 86 με 90 δις που προβλέπει το νέο σχέδιο, περίπου 13,5 δις θα χρησιμοποιηθούν μέχρι το τέλος του 2018 για την αποπληρωμή του κεφαλαίου των δανείων που κατέχει το Ευρω-σύστημα, δηλαδή το σύστημα των ευρωπαϊκών κεντρικών τραπεζών. Η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες είναι οι πρώτοι αλληλέγγυοι δανειστές της Ελλάδας έως το 2020, μπροστά από το ΔΝΤ. Το μνημόνιο έχει δηλαδή σαν πρώτο στόχο να επιτρέψει στην Αθήνα να αποπληρώσει τα δάνεια της προς το Ευρω-σύστημα.

 Υπόνοιες ως προς την νομιμότητα αυτού του χρέους

Αυτό το χρέος έχει πολλά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Η επιτροπή για την αλήθεια για το δημόσιο χρέος που συστάθηκε από την πρόεδρο της Βουλής, Ζωή Κωνσταντοπούλου, και που υπέβαλε το προκαταρτικό της πόρισμα στις 16 Ιουνίου, έγειρε σοβαρές υπόνοιες ότι το χρέος αυτό είναι επαχθές και παράνομο. Ο επιστημονικός συντονιστής, ο βέλγος Eric Toussaint, επιμένει ακόμα σήμερα στον « επαχθές» χαρακτήρα αυτού του χρέους. Πράγματι τα χρέη προς την ΕΚΤ είναι πολύ ιδιότυπα.

 Το πρόγραμμα SMP (Securities Market Program - αγοράς ελληνικών ομολόγων)

Αυτό το χρέος αγοράστηκε στη δευτερογενή αγορά στα πλαίσια του προγράμματος SMP (Securities Market Programme) που ξεκίνησε τον Μάιο του 2010, μετά την απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σχετικά με το πρώτο πρόγραμμα στήριξης της Ελλάδας. Αυτό το πρόγραμμα συνεχίστηκε επί παραπάνω από δύο χρόνια, μέχρι το Σεπτέμβριο του 2012, όποτε ο Mario Draghi εξήγγειλε το πρόγραμμα OMT. Στα πλαίσια του SMP, η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες εξαγόρασαν 210 δις ομόλογα εκ των οποίων 55 δις ελληνικά ομόλογα. Στις 7 Αυγούστου 2015 το Ευρωσύστημα κατείχε ακόμα 130,6 δις ευρώ τίτλων που αγοράστηκαν στα πλαίσια του SMP, εκ των οποίων 23,5 είναι ελληνικά ομόλογα.

 Ο επίσημος στόχος του προγράμματος SMP και η αποτυχία του

Σύμφωνα με την ανακοίνωση της 10 Μαΐου 2010 της ΕΚΤ, που διεύθυνε τότε ο Jean-Claude Trichet, το πρόγραμμα εξαγοράς αποσκοπούσε στην « αντιμετώπιση της δυσλειτουργίας της αγοράς τίτλων μέσω της βελτίωσης της ρευστότητας της και του βάθους της » για να « αποκατασταθεί η καλή μεταβίβαση της νομισματικής πολιτικής. » Υπό αυτήν την έννοια το πρόγραμμα SMP απέτυχε παταγωδώς. Δεν απέφυγε καθόλου την κρίση του δημοσίου χρέους στην Ευρώπη που επιδεινώθηκε το καλοκαίρι του 2011, και ακόμα περισσότερο το φθινόπωρο του 2012. Αυτό το πρόγραμμα μικρών επιδιώξεων και αρκετά αδιαφανή δεν επέτρεψε την επιστροφή στις αγορές των χωρών « υπό προγράμματος», ενώ οι προϋποθέσεις ένταξης σε αυτό ήταν μία πολιτική δημοσιονομικής λιτότητας, όπως το υπογράμμιζε η ανακοίνωση του Μαΐου του 2010. Η αποτυχία του προγράμματος SMP – που είναι και αυτή των προγραμμάτων που εφαρμόστηκαν εντός της ευρωζώνης μετά το 2010 – έγινε ολοφάνερη όταν ο Mario Draghi υποχρεώθηκε να το αντικαταστήσει με ένα πολύ πιο αποτρεπτικό εργαλείο: το OMT που προβλέπει την δυνατότητα « απεριορίστων » εξαγορών.

 Ο άλλος στόχος του προγράμματος SMP

Ο Eric Toussaint υπογραμμίζει ότι η πραγματική επιδίωξη του προγράμματος ίσως δεν ήταν αυτή που ανακοίνωσε ο Jean-Claude Trichet τον Μάιο του 2010: « το πρόγραμμα SMP επέτρεψε κυρίως στις μεγάλες τράπεζες της ευρωζώνης να ξεφορτωθούν τα δάνεια τους προς την Ελλάδα με καλούς όρους. » Κατά αυτόν, η ΕΚΤ επέτρεψε στις τράπεζες που είχαν παγιδευτεί κατέχοντας ελληνικά ομόλογα για τα οποία η αγορά είχε κλείσει, να βρουν αγοραστές και να μειώσουν την έκθεση τους στον ελληνικό κίνδυνο. Αυτή η εξήγηση συμβαδίζει με πληροφορίες που κυκλοφόρησαν τότε, σύμφωνα με τις οποίες οι ευρωπαϊκές τράπεζες «ικέτευσαν» την ΕΚΤ να εξαγοράσει ελληνικά ομόλογα. Το SMP αποτέλεσε ένα από τα πιο ευνοϊκά κανάλια μέσω των οποίων μεταφέρθηκε ένα ιδιωτικό ρίσκο προς δημόσιους φορείς. Αυτό, σύμφωνα με τον Eric Toussaint, προκαλεί αμφιβολίες για την εγκυρότητα του χρέους που κατέχει η ΕΚΤ. « Υπάρχει ένα πρόβλημα νομιμότητας εφ όσον αυτό το χρέος δεν χρησιμοποιήθηκε  για το κοινό ευρωπαϊκό συμφέρον από ένα φορέα που έχει την ευθύνη της διασφάλισης του, αλλά για ιδιωτικά συμφέροντα », όπως επισημαίνει.

 Η χρήση του προγράμματος SMP για την επιβολή της πολιτικής λιτότητας

Ας υπενθυμίσουμε ότι πολλοί εκτιμούν ότι η διάσωση των τραπεζών από το ελληνικό ρίσκο εντάσσεται στην διαφύλαξη του κοινού συμφέροντος. Αυτό όμως που μπορεί να αμφισβητηθεί σε τέτοια περίπτωση είναι ότι η αγορά και η κατοχή αυτών των τίτλων αποτέλεσε ένα όπλο για την ΕΚΤ για να πιέσει την Ελλάδα και για να αναγκάσει τις κυβερνήσεις της να εφαρμόσουν μία πολιτική λιτότητας που, εν τέλει, μείωσε το ΑΕΠ και μετέτρεψε  σε μη βιώσιμο το βάρος του δημοσίου χρέους. Πράγματι η ΕΚΤ χρησιμοποίησε επανειλημμένα την αναστολή του προγράμματος SMP για να πιέσει την ελληνική εκτελεστική εξουσία και για να την αναγκάσει να εφαρμόσει τα μέτρα που ήθελε η Τρόικα (της οποίας η ΕΚΤ ήταν μέλος).

 Δηλαδή, έστω και αν η μεταφορά προς την ΕΚΤ τίτλων που ανήκαν σε ιδιώτες μπορεί να θεωρηθεί νομότυπη, η χρήση τους υπήρξε πολύ αμφισβητήσιμη. « Είναι εκπληκτική η άμεση σύνδεση που υπάρχει μεταξύ των όρων του προγράμματος SMP και την πολιτική που υιοθέτησε η Ελλάδα μεταξύ το 2010 και το 2015 », υπογραμμίζει ο Eric Toussaint. Για εκείνον, εξ άλλου, οι προϋποθέσεις που υιοθετήθηκαν από την ΕΚΤ από την 10 Μαΐου στα πλαίσια του προγράμματος SMP αντιβαίνουν στην αρχή της ανεξαρτησία της εφόσον υποβάλουν την εκτέλεση μίας ενέργειας της ΕΚΤ στην εκτέλεση μίας πολιτικής ενέργειας από ένα Κράτος μέλος. Υπό αυτήν την σκοπιά η καθεαυτή νομιμότητα αυτού του χρέους είναι συζητήσιμη.

 Η άρνηση της ΕΚΤ να συμμετέχει στο πρόγραμμα PSI

Το χρέος που κατέχει η ΕΚΤ είναι αμφισβητήσιμο κυρίως εν σχέση με το σχέδιο συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στην αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους προς τον ιδιωτικό τομέα (το λεγόμενο στα αγγλικά PSI) του 2012. Αυτή η αναδιάρθρωση προέβλεπε την ανταλλαγή των υπαρχόντων τίτλων έναντι τίτλων ονομαστικής αξίας κατά 53,5% κατώτερη. Η ΕΚΤ αντιτάχθηκε σε αυτήν την αναδιάρθρωση και πέτυχε από το Eurogroupe να μην την αφορά. Η θέση της ΕΚΤ ήταν να υποστηρίξει ότι δεν μπορούσε να δεχθεί την αναδιάρθρωση δημοσίου χρέους ενός κράτος μέλους που κατέχει διότι θα ήταν αντίθετο τόσο στην αρχή της ανεξαρτησίας της και την απαγόρευση βάση των συνθηκών να χρηματοδοτεί δημόσια χρέη. Οπότε η ΕΚΤ απαλλάχθηκε από την συμμετοχή στο PSI ως « δημόσιος» φορέας.

 Μία θέση αμφισβητήσιμη

Ωστόσο αυτή η θέση, που τότε εγκρίθηκε σχεδόν ομόφωνα, ήταν πολύ αμφισβητήσιμη. Αγοράζοντας τίτλους του δημοσίου στη δευτερογενή αγορά η ΕΚΤ συμπεριφέρεται ως ιδιωτικός φορέας: δέχεται τόκους και απαιτεί την επιστροφή του δανειζόμενου ποσού. Οι τίτλοι που κατείχε είχαν ως βάση μία σύμβαση η οποία αλλοιώθηκε κατά την αναδιάρθρωση για όλους τους επενδυτές του ιδιωτικού τομέα. Και όχι μόνο εφ όσον αλλοιώθηκε και για επενδυτές του δημοσίου τομέα εφ’ ‘οσον τα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία υποχρεώθηκαν να υπαχθούν στο PSI, και έχασαν περίπου δύο δισεκατομμύρια  ευρώ λόγω αυτής της συμμετοχής. Δηλαδή η επιχειρηματολογία της ΕΚΤ για να αποτρέψει την συμμετοχή της στο PSI είναι πολύ αμφιλεγόμενη.

 Η αντιμετώπιση των Holdouts

Ουσιαστικά η ΕΚΤ συμπεριφέρθηκε ως ένα Holdout, δηλαδή ως ένα από τα επενδυτικά ταμεία τα οποία αρνήθηκαν την αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους. Μάλιστα, για την αποφυγή κάθε δυνατότητας αμφισβήτησης της συμπεριφοράς της ΕΚΤ, η Ελλάδα δεν εφάρμοσε την απειλή που είχε εκφράσει πριν το PSI ότι θα υποχρέωνε τα Holdouts να δεχθούν μία υποχρεωτική ανταλλαγή των τίτλων τους. Η επιτροπή για την αλήθεια για το δημόσιο χρέος διαπίστωσε ότι οι επενδυτές που αρνήθηκαν το PSI « αποζημιώθηκαν βάση τη ονομαστικής αξίας των τίτλων τους. » Επομένως τα ποσά που δόθηκαν στην Ελλάδα με το δεύτερο μνημόνιο χρησιμοποιήθηκαν για να πληρωθούν οι επενδυτές που αρνήθηκαν το PSI και, όπως διευκρινίζει το πόρισμα, « εκ των οποίων πολύ ήταν γνωστοί ως ταμεία όρνεα », που είναι επενδυτές που αγοράζουν δημόσια χρέη σε εξευτελιστικές τιμές και απαιτούν την αποπληρωμή τους στην ονομαστική τους αξία. Το πόρισμα υπογραμμίζει ότι μεταξύ τον Μάιο του 2012 και το τέλος του έτους, έως και 3,615 δισεκατομμύρια ευρώ πληρώθηκαν από την Ελλάδα στα Holdouts. Έτσι κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την απαίτηση της ΕΚΤ να αποπληρωθεί στο ακέραιο τους τίτλους της. Γιατί να μην πληρωθεί εφ όσον τα Holdouts πληρώθηκαν?

 

Η ΕΚΤ, ένα « ταμείο όρνεο » ?

Μήπως πρέπει να συμπεράνουμε, όπως ο Eric Toussaint, ότι η ΕΚΤ συμπεριφέρθηκε σε αυτήν την υπόθεση σαν να ήταν ένα « ταμείο όρνεο » ; Για τον συντονιστή της επιτροπής αλήθεια για το δημόσιο χρέος, η ΕΚΤ χρησιμοποίησε αυτήν την απαίτηση ως εργαλείο πίεσης έναντι των ελληνικών κυβερνήσεων. Μας εξηγεί ότι « Σε κάθε φάση της ελληνικής κρίσης, η ΕΚΤ  έπαιξε έναν καθοριστικό για την επιβολή πολιτικών λιτότητας που οδήγησαν στην μη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους».

 Δηλαδή, κατά τον ίδιο τρόπου που τα ταμεία όρνεα χρησιμοποιούν τους τίτλους τους για να πιέσουν τα κράτη οφειλέτες νομικά (όπως το διαπιστώσαμε στην περίπτωση της Αργεντινής), η ΕΚΤ χρησιμοποίησε τους τίτλους που απέκτησε στα πλαίσια του προγράμματος SMP για να πιέσει πολιτικά την Ελλάδα. Έστω και αν αυτό το χρέος είναι μόνο ένα από τα μέσα πίεσης που χρησιμοποιήθηκαν από την ΕΚΤ (το ELA υπήρξε ένα μέσω ακόμα πιο αποτελεσματικό), οι λήξεις αποπληρωμής της 20 Ιουλίου και της 20 Αυγούστου έπαιξαν ένα σημαντικό ρόλο στην κατάληξη της κρίσης που ζήσαμε πρόσφατα.

 Η απόφαση να επιστραφούν τα κέρδη επί της κατοχής ελληνικών τίτλων

Η μόνη διαφορά είναι ότι το Ευρω-σύστημα δέχθηκε μία μορφή αναδιάρθρωσης. Τον Δεκέμβριο του 2012, η ΕΚΤ δέχθηκε να επιστρέψει στην ελληνική κυβέρνηση τα κέρδη που δημιούργησε από την κατοχή των ελληνικών ομολόγων. Είναι μία σημαντική παραχώρηση. Πράγματι η ΕΚΤ αγόρασε πολλά απαξιωμένα ομόλογα στην δευτερογενή αγορά. Η αποπληρωμή τους στο ακέραιο της αξίας τους και η εξυπηρέτηση των τόκων τους χωρίς αλλοίωση επιτρέπει στο Ευρω-σύστημα να εισπράξει σημαντικά κέρδη. Σύμφωνα με την ΜΚΟ Jubilee Debt Campaign, το σύνολο των κερδών που αναμένονται έως το 2028, ημερομηνία λήξης των ομολόγων αυτών, θα υπερβεί τα 22 δισεκατομμύρια ευρώ.

 

Μία επιστροφή « εθελοντική » και υπό όρους


Αυτή η απόφαση επέτρεψε την καταβολή 2 δισεκατομμυρίων ευρώ στον προϋπολογισμό της Ελλάδας το 2013. Αλλά αυτή η γενναιοδωρία της ΕΚΤ έχει πολλούς περιορισμούς : πρώτα από όλα είναι « εθελοντική» και επομένως δεν είναι καθόλου δεσμευτική για το Ευρω-σύστημα και πιο συγκεκριμένα για τις εθνικές κεντρικές τράπεζες εκ των οποίων ορισμένες θεωρούν ότι αυτή η επιστροφή δεν είναι νομότυπη. Οπότε τι σύστημα της επιστροφής δεν είναι ξεκάθαρο, ούτε διάφανο και αγνοείται αν πράγματι όλα τα κέρδη θα επιστραφούν.

 Αλλά κυρίως η ΕΚΤ μην έχοντας καμία υποχρέωση καταβολής, χρησιμοποιεί αυτό το « δώρο» σαν εργαλείο πίεσης: δεν έχει καταβάλει έως τώρα στην Αθήνα το 1,9 δισεκατομμύριο ευρώ κερδών που πραγματοποίησε το 2014, παρά την μεγάλη ανάγκη που υπήρχε για τις ελληνικές αρχές να το εισπράξουν. Αντιθέτως χρησιμοποίησε αυτή την καταβολή της επιστροφής σαν ένα επιπλέον μέσω πίεσης, πράγμα που επικυρώνει την άποψη του Eric Toussaint.

 Μία κακή συμφωνία για την Ελλάδα

Εν τέλει, αυτό το σύστημα εθελοντικής επιστροφής δεν αντικαθιστά για την Ελλάδα το όφελος που θα είχε από μία αναδιάρθρωση του χρέους που θα είχε γίνει το 2012. Έτσι, από το 2012 έως το 2015, η Ελλάδα επέστρεψε 39 δισεκατομμύρια ευρώ στο Ευρω-σύστημα ενώ έλαβε σαν επιστροφή 2 δισεκατομμύρια (και, ίσως, 3,9 δισεκατομμύρια έως το τέλος του χρόνου). Για να πληρώσει την διαφορά η Ελλάδα αναγκάστηκε να δανειστεί στο ΕΤΧΣ μέχρι το 2054. Το ίδιο θα συμβεί από φέτος όπως η αποπληρωμή των ομολόγων που κατέχει η ΕΚΤ θα γίνει μέσω δανείων που θα της διαθέσει, στα πλαίσια του τρίτου μνημονίου το ΕΜΣ.

 Η ΕΚΤ κατείχε τον Μάρτιο του 2012, σύμφωνα με τις πιο διαδεδομένες εκτιμήσεις, 56,2 δισεκατομμύρια ευρώ σε ελληνικά ομόλογα. Μία συμμετοχή στο PSI θα είχε μειώσει την ονομαστική τους αξία κατά 30,22 δισεκατομμύρια ευρώ. Το ποσό είναι σαφώς ανώτερο από αυτό των προβλεπόμενων επιστροφών.aurait réduit la valeur nominale de cette dette de 30,22 milliards d'euros cette dette. Εν συντομία η Ελλάδα έχασε σαφώς τόσο πολιτικά όσο και χρηματοοικονομικά από την συμπεριφορά της ΕΚΤ.

 Μπορεί προφανώς η θέση που υιοθέτησε το Ευρω-σύστημα απέναντι στα ελληνικά ομόλογα που απέκτησε στην περίοδο 2010-2012 να είναι νομικά τεκμηριωμένη, είναι όμως πολύ αμφισβητήσιμη επί της αρχής. Η άρνηση συμμετοχής PSI και η χρησιμοποίηση αυτού του χρέους ως εργαλείο πίεσης για την επιβολή μίας ορισμένης πολιτικής φανερώνει την κακή θέληση και την μεροληπτική προσέγγιση της ΕΚΤ στην ελληνική υπόθεση. Δηλαδή : η αποπληρωμή από την Ελλάδα των ομολόγων που έληγαν στις 20 Αυγούστου δεν ήταν αυτονόητη, αντιθέτως ήταν πολύ αμφισβητήσιμη τόσο με βάση το συμφέρον της Ελλάδας, αλλά και βάση αυτού όλων των άλλων δανειστών του δημοσίου τομέα.

Μετάφραση: Θάνος Κονταργύρης